Translate

Παρασκευή, 31 Μαΐου 2013

Η Κούπα του Montezuma




Η αρχαία φυλή των Ολμέκων (1200 π.Χ. - 300 π.Χ.) ζούσε στις τροπικές πεδινές περιοχές του κεντρικού και νότιου Μεξικού και ήταν οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν τους σπόρους του κακάο. Τους ονόμαζαν Kakawa και σύμφωνα με πρόσφατα αρχαιολογικά πορίσματα το κακάο αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα της διατροφής και του πολιτισμού των Ολμέκων ήδη από το 600 π.Χ.
Ωστόσο, λάτρεις της σοκολάτας ήταν οι Μάγιας. Το 600 μ.Χ. μεταναστεύουν στις βόρειες περιοχές της Νότιας Αμερικής, ιδρύοντας τις πρώτες γνωστές φυτείες κακαόδενδρου στο Γιουκατάν. Υπάρχουν αρκετές θεωρίες ότι οι Μάγια γνώριζαν το κακάο πολλούς αιώνες πριν από αυτήν την ημερομηνία. Σίγουρο είναι πάντως ότι το θεωρούσαν ένα πολύτιμο εμπορεύσιμο αγαθό, που το χρησιμοποιούσαν τόσο σαν μέσο συναλλαγής, όσο και σαν μονάδα υπολογισμών και μέτρησης (Δέκα κόκκοι κακάο αγόραζαν ένα κουνέλι, εκατό αγόραζαν ένα σκλάβο και η φορολογία από τους λαούς που είναι υποτελείς στους Αζτέκους πληρώνεται σε κακάο).
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι έχουν βρεθεί τάφοι των Μάγια οι οποίοι περιέχουν αρχαία αγγεία
και άλλες προσφορές, που μαρτυρούν τη σημασία του κακάο καθώς τα αγγεία είναι καλυμμένα με σχέδια που απεικονίζουν τους θεούς των Μάγια να παλεύουν για τους σπόρους του κακάο.

Οι Μάγια και οι Αζτέκοι έπαιρναν τους σπόρους του κακαόδενδρου και παρασκεύαζαν ένα ρόφημα που το αποκαλούσαν "ξοκοάτλ". Ο ινδιάνικος θρύλος των Ατζέκων έλεγε ότι οι σπόροι του κακάο είχαν έρθει από τον παράδεισο,και ότι η βρώση του καρπού του κακαόδενδρου προσέδιδε δύναμη και σοφία. Αρχαία χρονικά αναφέρουν ότι οι Αζτέκοι, πίστευαν ότι ο θεός Κουετσακοάτλ ταξίδεψε στην γη πάνω στην ακτίνα φωτός του αυγερινού, φέρνοντας μαζί του το κακαόδενδροαπό τον παράδεισο να το προσφέρει στους ανθρώπους. Έμαθαν από τον Κουετσακοάτλ πώς να καβουρδίζουν και να αλέθουν τους σπόρους, παρασκευάζοντας μια θρεπτική πάστα διαλυτή στο νερό. Πρόσθεταν καρυκεύματα και παρασκεύαζαν ένα ρόφημα"τσοκολάτλ", ή πικρό νερό, και πίστευαν ότι τους προσέδιδε παγκόσμια σοφία και γνώση. Η αγγλική λέξη "chocolate"  πιστεύεται ότι προέρχεται από την λέξη των Μάγια "xocoatl" ή από την αντίστοιχη των Ατζέκων"cacahuatl". Η ινδιάνικη λέξη για την σοκολάτα προέρχεται από τις λέξεις "choco"=αφρός και "atl"=νερό.

Αρχικά η σοκολάτα καταναλωνόταν μόνο σε υγρή μορφή. Σαν μέρος της γαμήλιας τελετής γύρω στο δωδέκατο αιώνα, προσέφεραν στους νεόνυμφους μια κούπα με αφρώδες κακάο. Ο Arthur W.Knapp, συγγραφέας του "Το κακάο κι η βιομηχανία σοκολάτας" τονίζει ότι εάν πιστέψουμε την Μεξικάνικη μυθολογία, "η σοκολάτα καταναλωνόταν από τους θεούς στον παράδεισο και οι σπόροι του κακάο μεταβιβάστηκαν στον άνθρωπο σαν μια ειδική ευλογία από τον θεό του ανέμου". Οι αρχαίοι Μεξικάνοι πίστευαν ότι η Τονακατεκούτλι, η θεά τουφαγητού και η Καλτσιουτλουκούε, η θεά των υδάτων, ήσαν οι προστάτιδες θεές τού κακάο. Κάθε χρόνο έκαναν ανθρωποθυσίες στις θεές, δίνοντας κακάο σαν τελευταίο γεύμα στο θύμα. Ο Σουηδός φυσιοδίφης Carolus Linnaeus (1707-1778) μη ικανοποιημένος από την λέξη "κακάο", το μετονόμασε σε "θεοβρώμα"από το ελληνικό "τροφή των θεών". Λέγεται ότι ο Χριστόφορος Κολόμβος,είχε φέρει μαζί του στο τέταρτο ταξίδι του στον Νέο Κόσμο, σπόρους κακάο στον βασιλιά Φερδινάνδο, αλλά δεν τους δόθηκε ιδιαίτερη σημασία, εξ αιτίας των άλλων θησαυρών που είχε ανακαλύψει.

Το 1502 ο Κολόμβος είδε τον τρόπο με τον οποίο οι ιθαγενείς λάτρευαν τους σπόρους του κακάο αλλά πίστευε ότι ήταν ένα είδος αμύγδαλου. Παρόλο που γυρνώντας στην Ισπανία έφερε μαζί του αρκετούς σπόρους, το κακάο και η σοκολάτα έμειναν στα αζήτητα για δεκαετίες καθώς οι Ισπανοί δεν ήξεραν τι να κάνουν με τους σπόρουςτου κακάο. Μέχρι που ο Κορτέζ κατέκτησε τους Αζτέκους.
Ωστόσο, η πρώτη επίσημη καταγραφή της γίνεται 1519 από τον Ισπανό εξερευνητή Χερνάντο Κορτέζ που επισκέφθηκε την αυλή του αυτοκράτορα Μοντεζούμα στο Μεξικό. Ο Αμερικανός ιστορικός William Hicklingστην "ιστορία της κατάκτησης του Μεξικού" (1838) αναφέρει ότι ο Μοντεζούμα "δεν έπινε κανένα άλλο ρόφημα, παρά μόνο την τσοκολάτλ, ένα διάλυμα σοκολάτας, αρωματισμένο με βανίλια και μπαχαρικά, και παρασκευασμένο έτσι ώστε να έχει την πυκνότητα και ρευστότητα του μελιού, το οποίο έλιωνε σταδιακά στο στόμα, και το έπιναν κρύο". Το γεγονός ότι ο Μοντεζούμα κατανάλωνε την "τσοκολάτλ" του σε κύπελλα πριν μπει στο χαρέμι του, οδήγησε στην πεποίθηση ότι επρόκειτο για ένα αφροδισιακό.

Το 1528 ο Κορτέζ έφερε μαζί του από το Μεξικό σοκολάτα στην βασιλική αυλή του βασιλιά Κάρολου 5ου. Μοναχοί, απομονωμένοι στα Ισπανικά μοναστήρια, επεξεργάζονταν τους σπόρους του κακάο και κράτησαν την σοκολάτα μυστική σχεδόν για ένα αιώνα. Αποτέλεσε μια επικερδή βιομηχανία για την Ισπανία, που φύτεψε κακαόδενδρα στις υπερπόντιες αποικίες της.
Το 1606 ο Φλωρεντίνος έμπορος Αντόνιο Καρλέτι επισκέπτεται τη Γουατεμάλα και καταγράφει πρώτος τη διαδικασία, από τη σπορά ως το σερβίρισμα, για την παρασκευή ενός φλιτζανιού ροφήματος κακάο. Το 1615 η Άννα η Αυστριακή, πριγκίπισσα του Ισπανικού θρόνου, παντρεύεται το Λουδοβίκο τον ΙΓ’ της Γαλλίας και φέρνει στη γαλλική αυλή την ισπανική αυλική συνήθεια της σοκολατοποσίας.

Με την παρακμή της Ισπανίας σαν δύναμη, το μυστικό της σοκολάτας διέρρευσε επιτέλους, και το μονοπώλιο του Ισπανικού στέμματος στο εμπόριο της σοκολάτας έφτασε στο τέλος. Μέσα σε λίγα χρόνια η γνώση του κακάο διαδόθηκε στην Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία και Αγγλία. Όταν η Ισπανίδα πριγκίπισσα Μαρία Τερέζα αρραβωνιάστηκε τον Λουδοβίκο XIV της Γαλλίας το 1615, χάρισε στον αρραβωνιαστικό της σαν δώρο αρραβώνα σοκολάτα, συσκευασμένη σε ένα καλαίσθητα διακοσμημένο κουτί. Ο γάμος τους συμβόλισε τον γάμο της σοκολάτας στην Γάλλο-Ισπανική κουλτούρα.
Το πρώτο σοκολατοποιείο πιστεύεται ότι άνοιξε στο Λονδίνο το 1657 από έναν Γάλλο.

Το 18ο αιώνα, η σοκολάτα είχε πλέον γίνει διάσημη σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική και, με την εξέλιξη της τεχνολογίας, ήταν πλέον δυνατή η κατασκευή της σοκολάτας σε μορφή μπάρας.
Παρά τογεγονός ότι η ζεστή σοκολάτα ήταν πλέον ευρέως διαθέσιμη, παρέμενε σε ένα μεγάλο ποσοστό, ποτό μόνο για τους αριστοκράτες, κάτι το οποίο δεν ήταν καιτόσο καλό σε μια εποχή επαναστάσεων. Ο λόγος γι' αυτό ήταν η τιμή της. Στη Βενετία του 18ου αιώνα, για παράδειγμα, ο καφές κόστιζε το ένα τρίτο της τιμής της σοκολάτας. Ακόμα και στην Αμερική η σοκολάτα είχε γίνει το ποτό των πλούσιων αποίκων παρά το ποτό των γηγενών κατοίκων της. Έτσι, πολύς κόσμος ήταν αρκετά φτωχός για να την αγοράσει. Στους υπηρέτες δινόταν μια πολύ μικρή ποσότητα και, μια ακόμα μικρότερη αν η συγκομιδή ήταν φτωχή.

Η σοκολάτα θεωρούταν επίσης και το ποτό της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Το 1760, κατά τη διάρκεια εκλογής του νέου Πάπα, που χρειάστηκε τότε έξι μήνες, οι καρδινάλιοι στα διαλείμματά τους έπιναν ζεστή σοκολάτα με καφέ.

Μιαάλλη χρήση της σοκολάτας την εποχή εκείνη ήταν σαν κάλυψη για δολοφονικές απόπειρες με δηλητήριο, μια συνηθισμένη πρακτική δολοφονίας το 18ο αιώνα, καθώς όταν η σοκολάτα πρωτοπαρουσιάστηκε στους Ευρωπαίους, ένα από τα πρώτα πράγματα που πρόσεξαν ήταν ότι κάλυπτε τη γεύση από το δηλητήριο. Έτσι, όταν ο Πάπας Κλημέντιος ο 14ος πέθανε το 1774 κάτω από μυστηριώδης συνθήκες, πολλοί πίστευανότι δηλητηριάστηκε από μια κούπα σοκολάτα που του είχε φέρει ένας άγνωστος ζαχαροπλάστης, ο οποίος πέθανε την ίδια μέρα. Ο ίδιος ο Πάπας, φοβόταν για τη ζωή του, ειδικά μετά τις συγκρούσεις που είχε με Ιησουίτες. Παρόλα αυτά, η αυτοψία στο πτώμα του απέδειξε ότι ο θάνατος από δηλητήριο μεταμφιεσμένο με σοκολάτα ήταν απλά μια φήμη. Αλλά όπως όλες οι φήμες, έμεινε για πολύ καιρό στην επιφάνεια.

Τον ίδιο αιώνα ο Κάρολος ο Στ’ μεταφέρει την αυλή του από τη Μαδρίτη στη Βιέννη,εισάγοντας τη σοκολάτα στην Αυστρία. Το 1732 ο Γάλλος Ντιμπουσόν δημιουργεί το πρώτο τραπέζι καβουρδίσματος κόκκων κακάο που επιτρέπει στους εργάτες νααυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας, καθώς στέκονται όρθιοι γύρω από αυτό.Το τραπέζι θερμαίνονταν από κάτω με κάρβουνο. Το 1753 ο Σουηδός βοτανολόγος Λινναίος, δίνει το επιστημονικό όνομα «θεόβρωμα κακάο», η τροφή των θεών, στο κακαόδεντρο, συντάσσοντας τον κώδικα των γνωστών φυτών, ενώ το 1780 παρασκευάζεται στη Βαρκελώνη, η πρώτη σοκολάτα βιομηχανικής επεξεργασίας.

Στη Γαλλία εφευρέθηκε μια υδραυλική μηχανή με την οποία το κακάο μετατρεπόταν σε ένα είδος πάστας, αλλά το 1828 η πρώτη μέθοδος αποχωρισμού του βουτύρου του κακάο από τη σοκολάτα ευφερίσκεται στην Ολλανδία. Το 1848 στη Γαλλία ανοίγει το πρώτο κατάστημα πώλησης σοκολατινίων, διαφημίζοντας το γεγονός ότι οι σοκολάτες του γίνονται όλες στο χέρι. Το 1861 παράγεται και πωλείται στην αγορά το πρώτο κουτί για σοκολατάκια, σε σχήμα καρδιάς, για τη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου. Το 1875 η πρώτη σοκολάτα γάλακτος παρασκευάζεται στην Ελβετία. Το 1897 γίνεται η πρώτη καταγραφή της κατανάλωσης σοκολάτας. Οι Βρετανοί κατανάλωσαν εκείνο το έτος 18 εκατομμύρια κιλά, η υπόλοιπη Ευρώπη 50 εκατομμύρια και οι ΗΠΑ 13 εκατομμύρια κιλά.

Παρ' όλα αυτά δεν ήταν όλα ρόδινα. Στις αρχές του 19ου αιώνα δεν υπήρχαν νόμοι για τον έλεγχο της ποιότητας των τροφίμων, έτσι πολλοί επιτήδειοι, βρίσκοντάς το ακριβό να αγοράζουν ή να παράγουν κακάο σε σκόνη και βούτυρο κακάο, άρχισαν να χρησιμοποιούν διάφορα συστατικά για να νοθεύσουν τις σοκολάτες που πωλούσαν.Ρύζι, σιτάρι, κριθάρι και άμυλο πατάτας χρησιμοποιούνταν συχνά, ενώ κάποιοι χρησιμοποιούσαν ακόμη και το κέλυφος των σπόρων κακάο ή…τούβλα! Το 1850 μία επιτροπή υγείας στην Αγγλία βρήκε ότι πάνω από το 50% των δειγμάτων σοκολάτας που εξέτασε είχαν χρωστικές τούβλων, ενώ περιείχαν ακόμη αραρούτι και άλλα σιτηρά. Το 1860 η Βρετανική Πράξη για τα Τρόφιμα και τα Φάρμακα υιοθετήθηκε ως νόμος του κράτους με στόχο να εκλείψουν τέτοια φαινόμενα.

Το Τορίνο ήταν επίσης διάσημο για τη σοκολάτα του. Κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων Πολέμων, οι σπόροι του κακάο ήταν δύσκολο να βρεθούν. Οι κάτοικοι λοιπόν της περιοχής βρήκαν έναν διαφορετικό, για τα τότε δεδομένα, παραγωγής σοκολάτας προσθέτοντας φουντούκια στο γλυκό, ώστε να περιορίσουν τη χρήση των σπόρων και να κρατήσουν οι προμήθειές τους περισσότερο! Το γλυκό αποτέλεσμα ήταν η κατασκευή μικρών κύβων από ζάχαρη, μαύρη σοκολάτα και φουντουκόπαστα, που ονομαζόταν givu, ενώ αργότερα ονομάστηκε Gianduiotto.

Το 1904 το πρώτο βιομηχανικό στιγμιαίο ρόφημα σοκολάτας παρασκευάζεται στη Γαλλία.Το 1910 ο Έλληνας μετανάστης Λεωνίδας Κεσδεκίδης ανοίγει στις Βρυξέλλες το πρώτο του κατάστημα. Τα σοκολατίνια Leonidas (Λεωνίδας) θα γίνουν παγκοσμίως διάσημα για την ποιότητά τους. Το 1942 στην Αμερική κατασκευάζεται η πρώτη σοκολάτα χωρίς βούτυρο κακάο, ώστε να έχει μεγαλύτερο χρόνο ζωής και να μπορεί να καταναλωθεί εύκολα από τους στρατιώτες στον πόλεμο.
___________________________

Γεωλογικοί Περίοδοι και Πανγαία

Γεωλογικοί Περίοδοι και Παλαιοκλίμα
Η Γη κατά τη διάρκεια των αιώνων γνώρισε πολλές μεταβολές (ηφαιστειακές εκρήξεις, σεισμοί, συγκρούσεις με μετεωρίτες κ.α.), οι οποίες διαμόρφωσαν την επιφάνεια που είναι γνωστή σε μας σήμερα.
Αυτή η πορεία της Γης, διαιρείται σε πέντε γεωλογικούς αιώνες - τη Γεωλογική Χρονική Κλίμακα[1], σύμφωνα με τους τύπους των βράχων και το είδος των απολιθωμάτων που ανευρίσκονται σε αυτούς. Οι γεωλογικοί αιώνες διαιρούνται σε περιόδους, οι περίοδοι σε υποπεριόδους και οι υποπερίοδοι σε εποχές και βαθμίδες. Ο γεωλογικός αιώνας αντιστοιχεί στο άθροισμα στρωμάτων, η γεωλογική περίοδος στο σύστημα ή στη διάπλαση στρωμάτων, η γεωλογική εποχή στη σειρά και η βαθμίδα στη γεωλογική ηλικία (Σχμ.1, 1,1).

Καταρχαιοζωικός Αιώνας

 


πριν 4,567 δισεκατομμύρια χρόνια ως 3,8 δισεκατομμύρια χρόνια

 

Αρχαιοζωικός Αιώνας
3,8 έως 2,5 δισεκατομμύρια χρόνια πριν

Προτεροζωϊκός Αιώνας


από 2,5 δισεκατομμύρια έως 543 εκατομμύρια χρόνια πριν
Παλαιοζωικός Αιώνας
543 έως 248 εκατομμύρια χρόνια πριν

Μεσοζωικός Αιώνας


248 έως 65 εκατομμύρια χρόνια πριν

Καινοζωικός Αιώνας


άρχισε πριν 65 εκατομμύρια χρόνια και συνεχίζεται μέχρι σήμερα
 Η περιοδικότητα των γεωλογικών αυτών περιόδων έχει διάρκεια πότε μεγαλύτερη και πότε μικρότερη και δρα με κυκλικότητα. Η διάρκεια των τεσσάρων παγετώδη περιόδων (Günz, Mindel, Riss και Würm) είναι  δυο εκατομμύρια έτη περίπου.
Ωστόσο, υπάρχουν κύκλοι  των 400.000, των 100.000 ετών, των 10.000 ετών, καθώς και  μικρότερες περίοδοι, όπως περίοδοι 500 ή 100-150 ετών (Ψευδοκύκλοι)
Η περιοδικότητα αυτή σύμφωνα με τη Θεωρία του Milankowitch[2] οφείλεται κυρίως, σε αστρονομικά φαινόμενα σχετικά με την περιστροφή της γης γύρω από τον ήλιο και γύρω από τον άξονά της. Με βάση αυτά τα δυο, έχουν υπολογιστεί τρεις κύριοι κύκλοι μεταβολών: η εκκεντρότητα τροχιάς (περίοδος≈100.000 ετών), η κλόνηση του άξονα (περίοδος≈40.000 ετών) και η μετάπτωση των ισημεριών (περίοδος≈23.000 ετών).
Πριν από δυο εκατομμύρια χρόνια, άρχισε μια νέα γεωλογική υποπερίοδος του Καινοζωικής περιόδου, η Τεταρτογενής, η οποία είναι γνωστή και ως περίοδος του ανθρώπου ή των παγετώνων. Η Τεταρτογενής χωρίζεται σε δύο επιμέρους χαρακτηριστικές εποχές[3].

  •   το Πλειστόκαινο. Έληξε πριν από δέκα χιλιάδες χρόνια, και διακρινόταν σε κύκλους, όπου το κλίμα ήταν πολύ κρύο. Ενδιάμεσα αυτών των κύκλων υπήρχαν μεσοπαγετώδεις περίοδοι κατά τις οποίες οι θερμοκρασίες και η στάθμη της θάλασσας ήταν υψηλή. Η τελευταία παγετώδεις περίοδος ήταν πριν διακόσια χιλιάδες χρόνια. Το μεγαλύτερο μέρος του Βόρειου ημισφαιρίου της Γης ήταν καλυμμένο από παγετώνες, που είχαν δεσμεύσει μεγάλη ποσότητα νερού και η στάθμη της θάλασσας ήταν 120 μέτρα κάτω από το σημερινό. Η χλωρίδα και η πανίδα της περιοχής άλλαξε (π.χ. βρέθηκαν κόκαλα και χαυλιόδοντες μαμούθ στην Μεγαλόπολη και στη Φλώρινα).
  •   και το Ολόκαινο. Πριν από 16.000 χρόνια περίπου, οι παγετώνες άρχισαν να λιώνουν. Το νερό αποδεσμεύτηκε με αποτέλεσμα να ανέβει η στάθμη της θάλασσας. Η θάλασσα σκέπαζε την ξηρά και οι βουνοκορφές των βουνών γίνονταν νησιά. Η περίοδος αυτή, τέλειωσε πριν 11.500 χρόνια και έτσι άρχισε η ολόκαινη που συνεχίζει μέχρι τις μέρες μας. Με πολύ μικρές γεωλογικές και κλιματολογικές αλλαγές.
  Με το παλαιοκλίμα, μπορούμε να εξακριβώσουμε το κλίμα που υπήρχε σε έναν τόπο κατά τις διάφορες γεωλογικές περιόδους, καθώς και τις κλιματολογικές συνθήκες του περιβάλλοντος (υγρό, ξηρό, θερμό και κρύο), στο οποίο ζει και δρα ο άνθρωπος, το ζωικό και το φυτικό βασίλειο, καθώς και τις φυσικές εξωτερικές συνθήκες όπου συμβάλουν στην εξέλιξη αυτών. Έτσι, με τα διάφορα είδη των εδαφών που έρχονται από γεωλογικές και κλιματολογικές διαδικασίες προκύπτει η σχέση τους με την αρχαία κατοίκηση και πολιτισμική εξέλιξη του ανθρώπου.  Έτσι, μπορούμε να δούμε τις κλιματικές μεταβολές έχουν συμβεί κατά το γεωλογικό, προϊστορικό και ιστορικό παρελθόν.
Έτσι, τα παλιοκλιματικά[4] διαγράμματα είναι χρήσιμα για την ανασύσταση του παλιοπεριβάλλοντος που έζησε ο άνθρωπος στους προϊστορικούς και αρχαίους χρόνους. Συμβάλουν στην ερμηνεία μεταβατικών πολιτισμικών φάσεων αφού κατακλυσμοί και μεγάλες θερμοκρασίες είχαν ως αποτέλεσμα την μετανάστευση του ανθρώπου.
Πανγαία και Αιγηίδα
 Με την πάροδο του γεωλογικού χρόνου το σχήμα, το μέγεθος και η γεωγραφική κατανομή των ηπείρων και των θαλασσίων λεκανών αλλάζει. Ήπειροι μεταναστεύουν σε άλλα σημεία της υδρογείου, ωκεανοί ανοίγουν ή κλείνουν, οροσειρές αναδύονται ή διαβρώνονται.
Μια οριακή στιγμή ήταν η ύπαρξη μιας ενιαίας ηπείρου στην επιφάνεια της Γης, πριν από 200 εκ. χρόνια περίπου στο Ανώτερο Παλαιοζωϊκό που ονομάστηκε Πανγαία[5], η οποία περιβαλλόταν από ένα τεράστιο ωκεανό που λεγόταν Πανθάλασσα (Σχμ. 2).
Μια μεγάλη εσοχή υπό μορφή τεράστιου κόλπου αντιστοιχούσε στην Τηθύ θάλασσα, που χώριζε μερικώς το βόρειο τμήμα της Πανγαίας (Λαυρασία) από το νότιο (Γκοντβάνα). Στη συνέχεια ο κόλπος επεκτάθηκε σχίζοντας την ξηρά και δημιουργήθηκε ο ωκεανός της Τηθύος που διαχώρισε οριστικά την Πανγαία σε δύο τμήματα, τη Λαυρασία προς Βορρά και την Γκοντβάναπρον Νότο.
Η Γκοντβάνα άρχισε στη συνέχεια να διαλύεται σε επιμέρους κομμάτια που καθένα τους κινήθηκε με το δικό του τρόπο. Έτσι, από το ανατολικό τμήμα της Γκοντβάνα αποκόπηκαν τρία κομμάτια: η Ινδία, η Αυστραλία και η Ανταρκτική. Κατά το Κρητιδικό δημιουργήθηκε μια τεράστια σχισμή που εξελίχθηκε αργότερα στον Ατλαντικό Ωκεανό, διασπώντας συγχρόνως τη Λαυρασία σε δύο τμήματα, τη Βόρεια Αμερική και την Ευρασία. Ταυτόχρονα απέκοψε τη Νότια Αμερική από τη Γκοντβάνα. Η Ινδία στη συνέχεια κινήθηκε προς Βορρά και συγκρούστηκε με την Ευρασία δημιουργώντας τα Ιμαλάια, ενώ ταυτόχρονα η Αφρική κινήθηκε και αυτή προς Βορρά συγκρούστηκε με τη Ευρασία και δημιούργησε το υπόλοιπο αλπικό σύστημα στη Μεσόγειο (Άλπεις, Απέννινα κ.λ.π.). Πριν από περίπου 15-20 εκ. χρόνια άρχισε να απομακρύνεται η Αραβία από την Αφρική και στη συνέχεια συγκρούστηκε με την Ευρασία δίνοντας τα βουνά στο Ιράν και την ανατολική Τουρκία, ενώ ταυτόχρονα άνοιγε η Ερυθρά θάλασσα.
Στις αρχές της Μειοκαίνου υποπεριόδου και στο τέλος της Ολιγοκαίνου η Αιγηίδα[6] αναδύθηκε από την Τηθύ θάλασσα και περιλάμβανε ολόκληρη τη σημερινή Ελλάδα μαζί με το Αιγαίο πέλαγος και τη δυτική Μ. Ασία. Στην Τεταρτογενή περίοδο κομματιάστηκε και ύστερα από πολλές καταβυθίσεις σχηματίστηκε το Αιγαίο πέλαγος, στη θέση του οποίου (όπως λένε οι γεωλόγοι), κάποτε υπήρχε ξηρά με το όνομα Αιγηίδα (Σχμ. 3 και 3.1). Πριν από 1 με 3 εκατομμύρια χρόνια έγιναν γεωλογικοί μετασχηματισμοί, καθιζήσεις και τα νερά του Ατλαντικού ωκεανού μπήκαν στη Μεσόγειο κι έφτιαξαν το Αιγαίο. Οι πιο πολλοί άνθρωποι, που ζούσαν στην Αιγηίδα, χάθηκαν. Γλίτωσαν λίγοι στις κορφές των βουνών, τα σημερινά νησιά, για να δημιουργήσουν ύστερα από χρόνια τον Αιγαίο πολιτισμό.
(Σχμ. 3.1) Αιγηίδα
Στο Ανώτερο Πλειόκαινο (2 εκ. χρόνια από σήμερα), η καταβύθιση της ξηράς έγινε εντονότερη με αποκοπή της Πελοποννήσου από την άλλη ηπειρωτική Ελλάδα και με ανάπτυξη του Αιγαίου πελάγους.
Από το στάδιο αυτό έως σήμερα (τελευταίο 1 εκ. χρόνια) παρατηρήθηκε μια ανύψωση της Πελοποννήσου και της Κρήτης και μια βύθιση του Αιγαίου και ιδιαίτερα των Κυκλάδων. Η σύνδεση της ηπειρωτικής Ελλάδας με τη Μικρά Ασία έως το πρόσφατο γεωλογικό παρελθόν επέτρεψε τη μετανάστευση των θηλαστικών, γι αυτό και σήμερα βρίσκουμε απολιθώματα μεγάλων θηλαστικά στα νησιά (π.χ. ελέφαντες στη Νάξο, Τήλο, κ.λ.π.).
Τα  αρχαία  λείψανα  που έχουν βρεθεί  στα  νησάκια της Πλάκας, της Αλυκής και της Αρτίμου, τα διάφορα ευρήματα  στην Άρτιμο και το Λεμονοδάσος,  αλλά  κυρίως τα σημαντικά ευρήματα στο Μόδι  και τον Κάβο Βασίλη – Κοκορέλι της Καλαυρίας, ενισχύουν την άποψη ότι οι ακτές αυτές  Κοκορέλι – Μόδι – Καραπολίτι – Σκύλλαιο,  ήταν ενωμένες  μεταξύ τους και αποτελούσαν ενιαία  ξηρά  με την  Αλυκή και την Άρτιμο, και κατοικήθηκαν χιλιάδες χρόνια  πριν από την Τροιζήνα, τα γνωστά αρχαία Μέθανα  και την Καλαυρία.  
Πριν 160 εκ. χρόνια  Τροιζηνία – Ερμιονίδα  ήταν  βυθός. Αυτό  μαρτυρούν  και  τα  απολιθωμένα μαλάκια «Αμμωνίτες», που βρέθηκαν κατά  χιλιάδες  στην κορυφή του Ορθολιθίου, κοντά στο Ανω φανάρι.
Κατά τη Τριτογενής περίοδος, πριν 11 εκ. χρόνια, δεν υπάρχει ούτε Πόρος  (Καλαυρία-Σφαιρία), ούτε Μέθανα, ούτε Τροιζηνία, ούτε Σαρωνικός Κόλπος, υπήρχε   μόνο η Αιγηϊδα που συνεχώς, αλλού καταβυθίζεται κι αλλού ανυψώνεται. Συγχρόνως, από  τη  Μεγαλόπολη ως  το Πικέρμι,  κι  από  την  Πτολεμαϊδα  ως   την Κρήτη,  σουλατσάρουν ελέφαντες, λιοντάρια, ρινόκεροι, πίθηκοι, ύαινες  κλπ. Τα  ζώα αυτά  κυκλοφορούν  και  στην  Τροιζηνία,  αλλά  και  στον Σαρωνικό  που  είναι  ακόμη  ξηρά.  Η   στάθμη   της  θάλασσας   είναι  300  μέτρα   πιο   χαμηλά, Και  τα βουνά  300 μέτρα πιο ψηλά.  Η  Μεσόγειος   είναι   πολλές  λίμνες. Το κλίμα  είναι  σχεδόν  τροπικό. Παράλληλα  οι ανακατατάξεις συνεχίζονται.     
Η  περιοχή  του  Σαρωνικού  βυθίζεται και δημιουργούνται η  Αίγινα,  η  Σαλαμίνα,   η  Καλαυρία,  τα Μέθανα, η Ύδρα και οι Σπέτσες, καθώς και οι ακτές της Τροιζήνας, της Πλάκας, του Καραπολιτιού, του Σκυλλαίου και της Ερμιόνης. Στη συνέχεια, στα Μέθανα το ηφαίστειο εκρήγνυται.  Δημιουργεί τους σήμερα γνωστούς κρατήρες.  Πολύ  αργότερα, ξεσπάει  και το ηφαίστειο του Πόρου.
Ώσπου,  φθάνουμε    στο 10.000 π.Χ.   που  σπάει  το   φράγμα του  Γιβραλτάρ  και  δημιουργεί  τη  Μεσόγειο  θάλασσα. Μεγάλες, πάλι, οι γεωλογικές ανακατατάξεις. Πολλοί από τους   παλαιολιθικούς   ανθρώπους  πνίγηκαν.   Αλλά  αρκετοί  σώθηκαν  και  επιβίωσαν,  για να αφήσουν  πίσω  τα σημάδια τους, αδιάψευστες  μαρτυρίες   ότι υπήρξαν.
Με βάση όλα αυτά τα γεγονότα φτάνουμε βλέπουμε ότι στα πρώτα στάδια της ανθρώπινης κοινωνίας, η εξάρτηση του ανθρώπου από την φύση ήταν πιο άμεση. Τα έντονα φυσικά φαινόμενα όπως πλημμύρες, σεισμοί, καταιγίδες, ηφαιστειακές εκρήξεις, ερμηνεύτηκαν ως θεϊκά και συνδέθηκαν με τους θεούς, ημίθεους ή με ανθρώπους που είχαν υπερφυσικές δυνάμεις και  αναγνωρίζονται σήμερα σε αρχαίους μύθους.


[1] http://www.physics4u.gr/articles/2004/geologicaltimescale1.html.
[2] Αρχαιολογία και περιβάλλον, Ι. Λυριτζής, σελ. 29, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2005.
[4]  Αρχαιολογία και περιβάλλον, Ι. Λυριτζής, σελ. 33, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2005.

Προέλευση και Ιστορική Αναδρομή των Βίκινγκς

Γεωγραφική Περιοχή
Οι Βίκινγκ είναι γνωστοί ως Νορβηγοί ή Βόρειοι και προέρχονται από τη σημερινή Δανία, Νορβηγία και Σουηδία (Εικ 1). Η περιοχή που εγκαταστάθηκαν ήταν το βορειότερο κομμάτι της Ευρώπης, που είναι γνωστό ως Σκανδιναβία, στην οποία αντιστοιχεί η χερσόνησος, η Jutland[1], η οποία προεξέχει σαν αντίχειρας από αυτό που είναι σήμερα η Γερμανία και ελέγχει τη δίοδο από τη Βόρεια Θάλασσα στη Βαλτική. Η περιοχή της Jutland, είναι επίπεδη και πλούσια σε έδαφος. Κατά την περίοδο των Βίκινγκς το περισσότερο μέρος καλυπτόταν από δάση φυλλοβόλων δέντρων, όπως είναι η βελανιδιά, πολλούς βάτους και έλη. Η Σκανδιναβική Χερσόνησος ξεκινάει από το βορρά και χωρίζει τη Βαλτική από το Βόρειο Ατλαντικό Ωκεανό. Τα εύφορα γεωγραφικά τμήμα ξεκινούν από τα χαμηλότερα επίπεδα της νότιας περιοχής ως τα δυτικά βουνά, όπου διαμορφώθηκε η Νορβηγική ακτή από τα εκατοντάδες φιόρδ. Τα φυλλοβόλα δέντρα μεγαλώνουν βόρια, έπειτα στο τάιγκα[2], και τέλος στην αρκτική τούνδρα στο βορρά.
Εικ.1
Χάρτης της περιοχής των Βίκινγκς
 Οι τρεις περιοχές της Σκανδιναβίας, διέφεραν μεταξύ τους. Η Δανία είναι ακριβώς περίπου 375 χιλιόμετρα από το βορρά στο νότο, ενώ η Νορβηγία είναι περίπου 1.770 χιλιόμετρα. Ομοίως, σε αντίθεση είναι και τα επίπεδα καλλιεργήσιμα εδάφη.  Η Δανία, είχε μόνο ένα πέμπτο καλλιεργήσιμης γης σε σχέση με τη Νορβηγία. Η μεγαλύτερη περιοχή της Νορβηγίας χαρακτηρίζεται από υψηλά βουνά που διακόπτονται από κοιλάδες που ακολουθούν τα φιόρδ και η μόνη περιοχή που μπορεί να περιγραφθεί ως παράκτια είναι το Όσλο[3] (αρχαία ονομασία Asloia ή Asloensis). Η Νορβηγία και η Σουηδία μοιράζονται τη Σκανδιναβική Χερσόνησο, η οποία  είναι υψηλότερη στην Ατλαντική ακτή και γίνεται βαθμιαία χαμηλότερος έως ότου συναντά η Σουηδία τη Βαλτική Θάλασσα.
Η Σουηδία, όπως η Νορβηγία, ήταν μια μεγάλη περιοχή, που εκτινόταν από τη Βαλτική στο νότο πέρα από τον αρκτικό κύκλο και με πολλά βουνά μέσα σε αυτήν την περιοχή[4]. Υπήρχαν μεγαλύτερα κομμάτια καλλιεργήσιμων εδαφών στη Σουηδία από ότι στη Νορβηγία, αλλά και πολλές ακαλλιέργητες ελώδης περιοχές και δάση. Η επικοινωνία με τις εσωτερικές περιοχές στη Σουηδία ήταν πιο δύσκολη, αντίθετα από τη Νορβηγία, γιατί δεν υπήρχε κανένα φιόρδ. Το κλίμα επίσης της Σουηδίας δεν ωφελούσε γιατί το ρεύμα του Κόλπου θέρμανε τη βόρεια νορβηγική ακτή.
Η θάλασσα[5] παρείχε πολλά οφέλη στους Βίκινγκς. Όχι μόνο τους προστάτευε από εισβολή, αλλά επέτρεπε επίσης μια γρηγορότερη μέθοδο μεταφοράς, όπου όταν απέκτησαν εμπειρία, άνθησε το τοπικό και περιφερειακό εμπόριο.
Αυτοί γεωγραφικοί και οι τοπογραφικοί όροι έπαιξαν έναν κρίσιμο ρόλο στην ανάπτυξη της Σκανδιναβίας κατά τη διάρκεια της Εποχής των Βίκινγκς.
Οι Πρόγονοι
Η Εποχή του Λίθου υπολογίζεται γύρω στο 7000 με 1800 π.Χ.  και χωρίζεται σε δυο περιόδους. Η περίοδος από το 7000 π.Χ. ως το 4000 π.Χ. χαρακτηρίζεται από πολλές μεταναστεύσεις από τα νότια και νοτιοανατολικά προς το βορρά, από φυλές κυνηγών, οι οποίοι ωθούμενοι από το κρύο και το παγετώδη κλίμα αναγκάστηκαν να βρουν καινούργια περιοχή. Έτσι, έφθασαν στη Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Οι γνήσιοι κάτοικοι της Κεντρικής Ευρώπης ήταν οι Maglemose[6] ή Ancylus, οι οποίοι ήταν μια παλαιολιθική κυνηγετική φυλή γύρω στο 6500 π.Χ. και αντιπροσωπεύουν το πρώτο ιδρυθέν έθνος των βόρειων περιοχών. Την 5η ή τη 6η χιλιετία π.Χ. τους διαδέχτηκαν οι Kitchen-Midden ή Ertebolle (Εικ. 2), οι οποίοι σταθεροποιήθηκαν στη Νορβηγία, στη νότια Σουηδία και Δανία. Για το αν οι Ertebolle[7], είναι οι άμεσοι απόγονοι των Ancylus είναι αμφίσημο, για αυτό η άποψη ότι υπήρξε μια άλλη μετανάστευση κάλυψε το κενό μεταξύ των δυο πολιτισμών. Παρόλα αυτά οι ομοιότητες των τεχνέργων των δυο πολιτισμών είναι αξιοθαύμαστες. Το τέλος της Ertebolle κουλτούρας είναι γύρω στο 4000 π.Χ. που δεν περιλαμβάνει μόνο οικισμούς, οι οποίοι ζούσαν από το κυνήγι και το ψάρεμα, αλλά υπάρχουν οι πρώτες ενδείξεις αγροτικής ζωής.
Εικ. 2
Ο Πολιτισμός των Ertebølle (4500-4000 π.Χ.) φαίνεται με το κόκκινο χρώμα στη Δανία
Από αυτή την εποχή και μετά ξεκινάει η Νεολιθική Περίοδος, στην οποία γίνεται σαφής η επιρροή του Ertebolle πολιτισμού από τις διάφορες θέσεις κατοικιών, οι οποίες αντικατοπτρίζουν τις πρώτες αγροτικές κατοικίες της Σκανδιναβίας, με τα γυαλισμένα λίθινα εργαλεία και την καλά διακοσμημένη κεραμική. Ωστόσο, από ό, τι φαίνεται η νότια Σκανδιναβία και η Δανία ακολουθούν μια διαφοροποιημένη χρονολογική γραμμή στην ολοκλήρωση της νεολιθικής κουλτούρας, αφού η τελευταία περιλαμβάνει το πρώιμο στάδιο της μεγαλιθικής κουλτούρας. Ο πολιτισμός αυτός ξεκίνησε από ένα νησί της Δανίας, τη Ζηλανδία και κάλυψε όλη τη Δανία φτάνοντας ως τη Νορβηγία.
Ο πολιτισμός των Funnelbeaker[8] (τέλος 4ης χιλιετίας π.Χ.) ακολούθησε την παράδοση της μεγαλιθικής κουλτούρας. Οι διάφορες φυλές των Funnelbeaker[9] εξαπλώθηκαν στη Σουηδία ως την Uppland.
Γύρω στο 2900 π.Χ., εισήχθηκε το μέταλλο στη Σκανδιναβία από τον πολιτισμό του Corded Ware[10] (Εικ. 3). Έχουν υπάρξει πολλές διαφορετικές απόψεις σχετικά με την προέλευση του πολιτισμού αυτού. Η μια πλευρά των αρχαιολόγων βλέπουν σε αυτούς μια επιρροή από τους ανθρώπους της βόρειας Μαύρης Θάλασσας, ενώ η άλλη άποψη είναι ότι οι Corded Ware ήρθαν από την κεντρική Ευρώπη[11].
Ο πιο προηγμένος πολιτισμός που εμφανίστηκε στη Σκανδιναβική Εποχή του Χαλκού[12] (1800 π.Χ-500 π.Χ.), επεκτάθηκε πέρα από νότια Σκανδιναβία (Εικ. 4), στη μέση Σουηδία και κατά μήκος των περισσότερων παράκτιων περιοχών της Σουηδίας και της νότιας Νορβηγίας. Βόρεια αυτής της περιοχής, στη βόρεια Σουηδία και τη Νορβηγία, οι σύγχρονες ομάδες παρουσίασαν επιρροές από τις νότιες κοινωνίες και από τη Ρωσία, αλλά ήταν κυνηγητικές κοινωνίες, που είχαν ωστόσο έναν διαφορετικό τρόπο ζωής και δε χρησιμοποιούσαν τόσο τον χαλκό.
Η περιοχής της Σκανδιναβίας εξαρτήθηκε κυρίως από το εμπόριο[13] και η συναλλαγή για μέταλλο χρησιμοποίησε εκτενώς, κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού.  Παρά την εξάρτηση αυτή, η Σκανδιναβική Εποχή του Χαλκού ανέπτυξε το δικό της ρεπερτόριο στα χάλκινα αντικείμενα, η οποία ήταν σημαντική και για αυτό συναντάμε τέτοια κτερίσματα στους τάφους.
Μετά την Εποχή του Χαλκού ακολουθούν η Προ Ρωμαϊκή Εποχή του Σιδήρου[14] και η Ρωμαϊκή Εποχή του Σιδήρου. Στην πρώτη, η οποία ξεκινάει από τον 5ο π.Χ. ως τον 1ο αι. π.Χ. καταλαμβάνει τις περιοχές της βόρειας Γερμανίας και της σημερινής Ολλανδίας. Αυτές οι περιοχές χαρακτηρίζονται από συχνές ανασκαφές, οι οποίες αποκαλύπτουν έναν πλούτο χειροποίητων αντικειμένων και δείχνουν ότι εξελίσσονται χωρίς καμία σημαντική διακοπή από τη Σκανδιναβική Εποχή του Χαλκού, παρόλο που υπήρξαν ισχυρές επιρροές από την Κελτική Εποχή του Σιδήρου του πολιτισμού Hallstatt στη Κεντρική Ευρώπη. Κατά τη διάρκεια του 1ου αι. π.Χ. η ρωμαϊκή επιρροή άρχισε να γίνεται αισθητή στη Δανία.
Στην Ρωμαϊκή Εποχή του Σιδήρου (1ο αι. π.Χ. – 4ο αι. μ.Χ.) στη Σκανδιναβία, υπήρξε μια μεγάλη εισαγωγή εμπορευμάτων, όπως νομίσματα, αγγεία, κούπες γυαλιού, με τις οποίες σμαλτώνονται θύρες, όπλα, κ.λπ. Επιπλέον, το ύφος των μεταλλικών αντικειμένων και των πήλινων αγγείων ήταν εμφανώς ρωμαϊκά. Τα αντικείμενα όπως οι ψαλίδες και τα ενέχυρα εμφανίζονται για πρώτη φορά. Στον 3ο αι. και στον 4ο αι., μερικά στοιχεία εισάγονται από τις γερμανικές φυλές που είχαν εγκατασταθεί βόρεια στη Μαύρη Θάλασσα, όπως οι ρούνοι.
Η εποχή που ακολουθεί είναι η Γερμανική Εποχή του Λίθου (400 μ.Χ. – 800 μ.Χ.) και είναι μέρος της ηπειρωτικής Περιόδου Μετανάστευσης. Χαρακτηρίζεται από την πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και την άνοδο των Γερμανικών βασιλείων στη δυτική Ευρώπη. Διαιρείται στη Πρώιμη Γερμανική Εποχή του Σιδήρου και Ύστερη Γερμανική Εποχή του Σιδήρου (Εικ. 5).
Κατά τη διάρκεια της πτώσης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μια αφθονία χρυσού έρευσε στη Σκανδιναβία και υπάρχουν πολύ  ωραία έργα (όπως βάσεις θηκαριών). Μετά όμως από την πτώση ο χρυσός λιγόστεψε και οι Σκανδιναβοί άρχισαν να κάνουν τα αντικείμενα τους με επιχρυσωμένο χαλκό. Οι διακοσμήσεις της Πρώιμης Εποχής παρουσιάζουν ζώα που είναι πιστά ανατομικά, αλλά στη Ύστερη εξελίσσονται στις περίπλοκες μορφές, που γνωρίζουν άνθιση στην Εποχή των Βίκινγκς.
Ιστορική Αναδρομή
Οι Βίκινγκς[15] ήταν τολμηροί ναυτικοί και επιδρομείς από τη Σκανδιναβία που εξαπλώθηκαν μέσω της Ευρώπης και του Βόρειου Ατλαντικού στην περίοδο ακμής της Σκανδιναβικής επέκτασης (800-1100 μ.Χ.) που είναι γνωστή ως Εποχή των Βίκινγκ. Από τη Νορβηγία, τη Σουηδία, και τη Δανία, εμφανίστηκαν ως έμποροι, κατακτητές και αποίκησαν τη Φινλανδία, τη Ρωσία, το Βυζάντιο, τη Γαλλία, την Αγγλία, την Ισλανδία, την Γροιλανδία και όλες σχεδόν τις Βόρειες Χώρες.
Για αιώνες πολλοί πριν από το 800, φυλές, όπως, οι Cimbrians, οι Γότθοι, οι Βάνδαλοι, κ.α, περιπλανιόντουσαν έξω από τη Σκανδιναβία. Οι Βίκινγκς όμως ήταν διαφορετικοί επειδή ήταν πολεμιστές της θάλασσας και έφεραν μαζί τους έναν πολιτισμό που ήταν από μια άποψη πιο αναπτυγμένος από εκείνον των εδαφών που επισκέφτηκαν. Η Σκανδιναβία ήταν πλούσια σε σίδηρο και φαίνεται να τονώνει την πολιτιστική ανάπτυξη Βίκινγκς. Τα σιδερένια εργαλεία εκκαθάρισαν τα δάση και όργωσαν τα εδάφη, πράγμα που οδήγησε σε μια μεγάλη αύξηση του πληθυσμού. Εμφανίστηκαν εμπορικές πόλεις, όπως Birka[16] (Εικ. 6) και Hedeby[17] και έγιναν τα κέντρα του ισχυρού τοπικού βασιλείου τους.

Το πλοίο των Βίκινγκς (Εικ. 7), με την εύκαμπτη φλούδα του, την καρίνα και το πανί του, ήταν μακρά ανώτερο από τις βάρκες, οι οποίες χρησιμοποιούνταν ακόμα από άλλους λαούς. Οι βασιλιάδες και οι οπλαρχηγοί θάβονταν στα πλοία και τα πλούσια αγαθά τους καθώς και τα κτερίσματα πιστοποιούν την τεχνική πείρα των Βίκινγκς στην τέχνη, με τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, την πέτρα, το χρυσό και το ασήμι και ειδικά στο σίδηρο και στο ξύλο. Οι τάφοι περιέχουν επίσης αραβικό ασήμι, βυζαντινά μετάξια, γαλλικά όπλα, γυαλί από το Ρήνο και άλλα προϊόντα που δείχνουν ένα εκτενή εμπόριο. Ειδικότερα, τα ασημένια kufic (ή cufic) νομίσματα που έρευσαν στην περιοχή των Βίκινγκς από το χαλιφάτο προσδίδοντας περαιτέρω οικονομική ανάπτυξη. Ο πολιτισμός των Βίκινγκς άκμασε με την λογοτεχνία των Βάρδων και την ποίηση της Eddas, με τις πόλεις και το εμπόριο και προπαντός, με τη δυνατότητά να οργανώνονται οι ανθρώπους βάσει του νόμου για να επιτύχουν έναν κοινό στόχο - όπως μια εισβολή.

Η εκστρατείες[18] ωθήθηκαν προφανώς από την αναζήτηση νέων εμπορικών συναλλαγών και νέων περιοχών (Εικ. 8), ώστε να εγκατασταθεί ο όλο και αυξανόμενος πληθυσμός. Μέχρι το τέλος του 8ου αιώνα, Βίκινγκς της Σουηδίας είχαν ήδη στα εδάφη γύρω από τον κόλπο της Φινλανδίας, Βίκινγκς της Δανίας είχαν εγκατασταθεί κατά μήκος της ολλανδικής ακτής και οι Βίκινγκς της Νορβηγίας είχαν αποικίσει τις Orkney[19] και τα νησιά Shetland.
Κατά τη διάρκεια του 9ου αιώνα επεκτάθηκαν πέρα από αυτές τις τρεις βάσεις[20], κάνουν επιδρομές (λεηλατούν μοναστήρια και παίρνουν σκλάβους που τους πωλούν στη Μέση Ανατολή), αλλά σύντομα καθιερώνονται σε μονιμότερη βάση.
Οι Σουηδοί, που αποκαλούνταν Rus ή Varangians ίδρυσαν οχυρωμένες πόλεις στο  Novgorod και έπειτα στο Κίεβο, δημιουργώντας το πρώτο ρωσικό κράτος, που εμπορευόταν από τη Ρωσία στο Βυζάντιο και στη Περσία. Οι Βίκινγκ της Νορβηγίας ίδρυσαν τα βασίλεια της Ιρλανδίας, όπου εγκαθίδρυσαν το Δουβλίνο το 840.
Εγκαταστάθηκαν στην Ισλανδία και αποίκισαν τη Γροιλανδία το 10ο αιώνα και ίδρυσαν τη μικρή διάρκειας, βορειοαμερικανική αποικία Vinland στις αρχές του 11ου αιώνα. Οι μεγάλοι στρατοί των Δανών και Νορβηγών κατάκτησαν την περιοχή της Danelaw στην Αγγλία, όπου νικά όλα τα αγγλοσαξονικά βασίλεια εκτός από το Wessex του βασιλιά Άλβρεντ[21]. Επιτέθηκαν στις πόλεις της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ισπανίας και γύρω στο 911, πήραν τον έλεγχο της Νορμανδίας της Γαλλίας, όπου οι απόγονοί τους έγιναν γνωστοί ως Νορμανδοί.
Αφού κατέκτησαν και εγκαταστάθηκαν στα ξένα εδάφη, ήρθαν κάτω από την πολιτιστική επιρροή των κατακτημένων αυτών λαών. Οι ειδωλολάτρες που πίστευαν στον Thor και στον Odin, έγιναν Χριστιανοί και κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα έφεραν το χριστιανισμό στη Σκανδιναβία.
Η εκστρατείες μειώθηκαν κατά τη διάρκεια του 10ου αιώνα, όπου ξέσπασαν εμφύλιοι πόλεμοι στη Σκανδιναβία. Από αυτούς τους πολέμους προέκυψαν τα ισχυρά νέα βασίλεια με μεγάλα νέα φρούρια, συμπεριλαμβανομένου του Trelleborg στη Δανία. Σύντομα μια ανανεωμένη στρατιά Βίκινγκς ήταν σε κίνηση. Το 1013, ο Sweyn της Δανίας κατάκτησε όλη την Αγγλία, ενώ ο γιος του, ο Canute, έχτισε μια αυτοκρατορία που περιέλαβε την Αγγλία, τη Δανία, και τη Νορβηγία.
Εντούτοις, από το β’ μισό του 11ου αιώνα, ο ερχομός των ισχυρότερων πολιτικών συστημάτων και των ισχυρότερων στρατών της Ευρώπης, η ανάπτυξη νέων τύπων πλοίων, και ο ανακατεύθυνση της στρατιωτικής προσπάθειας από τους Σταυροφόρους έθεσαν τέλος στην Εποχή των Βίκινγκς.
Συγκεκριμένα:
Αντίθετα από πολλούς άλλους τους εισβολείς στην ιστορία, οι Βίκινγκ δεν προσπαθούσαν να διαδώσουν τη θρησκεία τους που ήταν ειδωλολατρική, αλλά κοίταξαν το κέρδους και τις νέες διασυνδέσεις (Εικ. 9). Θέλησαν να έχουν πολιτικό και οικονομικό πλεονέκτημα.
Οι Βίκινγκς αγαπούσαν το εμπόριο. Στην πραγματικότητα, ήταν ένα θέμα επιβίωσης στον τρόπο ζωής τους. Οι πόλεις των Βίκινγκ ήταν συχνά, η περιοχή εμπορίου και της κοινωνικής συναλλαγής. Πολλές από τις πόλεις, οι οποίες δεν ήταν μεγάλες, κατοικήθηκαν μόνο σε εποχιακή βάση. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, αυτές οι πόλεις εμπορεύονταν αγαθά, αλλά αργότερα εγκαταλείφθηκαν.
Η ζωή των πόλεων εξαρτήθηκε από το ποσοστό του εμπορίου διαφορετικά θα εγκαταλειπόταν. Αυτές οι πόλεις πρόσφεραν μια τοπική μέθοδο απόκτησης αγαθών και άλλων απαραίτητων αναγκών, που χρειάζονταν στη ζωή και την επιβίωσή τους. Ακόμη και σε εμπορικά κέντρα όπως Birka στο Βορρά, δεν ήταν μακράς διαρκείας. Οι λίγες πόλεις που προκύπτουν και παραμένουν ενεργές καθ' όλη τη διάρκεια του ολόκληρου έτους εγκαταλείπονταν μόλις λιγόστευε το εμπόριο. Άλλες πόλεις που ήταν ανοικτές κατά τη διάρκεια των θερινών μηνών μπορούσαν να αλλάξουν τοποθεσία. Αυτές οι εποχιακές αγορές-πόλεις ήταν όπως ένα πολύ μεγάλο παζάρι ή τις πωλήσεις μποτών.
Για αυτό έπρεπε να βρουν νέα τρόφιμα κα έτσι να ιδρύσουν νέες αγορές. Αυτό, οδήγησε την εξάπλωση των Βίκινγκς και κατά επέκταση της εκστρατείες που ακολούθησαν. Ο κυριότερος στόχος τους ήταν εκκλησίες και μοναστήρια, γιατί ήταν οι σημαντικότερες πηγές πλούτου. Με τον καιρό, όμως, οι βασιλιάδες καθιέρωσαν φόρους και η οικονομία άλλαξε έτσι ώστε να τους αντιμετωπίζουν ως εμπόρους και όχι ως επιδρομείς.
Τα ευρωπαϊκά βασίλεια, αντί να πολεμούν με τους Βίκινγκς έμαθαν πώς να προστατεύονται και να κερδίζουν με τις εμπορικές συναλλαγές και τη διαπραγμάτευση. Έγιναν άποικοι πολλών περιοχών της Ευρώπης και πολλοί έγιναν Χριστιανοί. Έτσι, παρ’ όλες τις προσπάθειες τους και τις εξερευνήσεις τους, τα βασίλεια των Βίκινγκς παράκμασαν. 



[1] Vikings, Kathryn Hinds, p. 11-12, Marshall Cavendish Benchmark, NY 1962.
[2] Στις αρκτικές περιοχές, όπου οι θερμοκρασίες είναι πολύ χαμηλές σε όλη τη διάρκεια του έτους, ελάχιστα φυτά μπορούν να επιβιώσουν. Η διάπλαση της περιοχής ονομάζεται τούνδρα και τα κυρίαρχα είδη είναι βρύα, λειχήνες και μικροί θάμνοι που εμφανίζονται μόνο το καλοκαίρι, καθώς είναι η μόνη ευνοϊκή περίοδος του έτους.
[3] Έγινε πρωτεύουσα της Νορβηγίας κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Hakon του 5ου (1299-1319), ο οποίος μετέφερε την αυλή και την πρωτεύουσα από το Bergen.
[4] Historical Dictionary of the Vikings, Katherine Holman, p. 5, The Scarecrow Press, Inc. Lanham, Maryland, and Oxford 2003
[5] A History of the Vikings, Gwyn Jones, p. 3, Oxford University Press, NY 1984
[6] The Maglemose Culture: The Reconstruction of the Social Organization of a Mesolithic Culture in Northern Europe, Steven Mithen, p. 35-36, Antiquity Publications Ltd, Michigan 1996
[7] A History of the Vikings, T. D. Kendrick, p. 41-42, Charles Sribner’ s Sons, ΝΥ 1930
[8] Pitted Ware and Related Cultures of Neolithic Northern Europe, Ancient Europe, 8000 B.C. to A.D. 1000: Encyclopedia of the Barbarian World,  Marek Zvelebil, The Gale Group Inc, Michigan 2004
Δικτυακός τόπος:
[9] Κατά το 3200 π.Χ. οι φυλές Nostvet  και Lihult έμαθαν τις νέες τεχνολογίες από τους Funnelbeaker, αλλά όχι την αγροτική γνώση και αποτέλεσαν τον Pitted Ware πολιτισμό. Οι Pitted σταμάτησαν την πρόοδο των αγροτών που υπήρχαν στη περιοχή και τους ώθησαν νότια στη νοτιοδυτική Σουηδία ή τους ενσωμάτωσαν στον πολιτισμό τους. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η αποικία με τις ατομικές κατοικίες στην Alvastra (δες Pitted Ware, Zvelebil).
[10] Corded Ware from East to West, in Pam Crabtree & Peter Bogucki, Ancient Europe, 8000 B.C. to A.D. 1000: An Encyclopedia of the Barbarian World, Janusz Czebreszuk The Gale Group Inc, Michigan 2004
Δικτυακός τόπος:
[11] Η πιο πρόσφατη άποψη είναι ότι συμπίπτει εν μέρει με τον προηγούμενο πολιτισμό, τον Funnelbeaker, με τον οποίο μοιράζεται διάφορα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, όπως αγγειοπλαστική, η χρήση των αλόγων και των τροχοφόρων κάρων.
[12] The Bronze Age Metalwork of Southern Sweden: Aspects of Social and Spatial Organization 1800–500 B.C., Thomas B. Larsson, p. 188-194, University of Umea, Sweden 1986
[13] Bronze Age of Scandinavia
Δικτυακός τόπος:
[14] Roman Influence in the North, Greece & Rome Vol. 5, No. 14, Dina P. Dobson, p. 73-89, Cambridge University Press, 1936
[18] The Vikings, Allen Mawer, p. 4-12, Cambridge University Press, England 1930.
[19] The Vikings, Mawer, p. 65.
[20] The Vikings, Mawer, p. 14.