Translate

Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

Ο Κύκλος του Σείριου και τα προβλήματα της μεθόδου χρονολόγησης

Οι απόλυτες χρονολογήσεις με βάση τον κύκλο του Σείριου[1], βασίζονται στην ανατολή του αστεριού Σείριου. Κάθε έτος για μια περίοδο 70 ημερών, ο Σείριος δεν φαίνεται από το φως του ήλιου, για να εμφανιστεί στον ανατολικό ορίζοντα πριν την ανατολή του ήλιου, που αποκαλείται από τους Αιγυπτίους ο «ερχομός του Σείριου». Ημέρα του νέου έτους στο σεληνιακό ημερολόγιο[2] ήταν η πρώτη ημέρα του σεληνιακού μήνα μετά από την ετήσια ανατολή του αστεριού.
Τόσο το αστικό όσο και το αστρονομικό ημερολόγιο βασίζονται σ’ έναν περίπλοκο υπολογισμό που περιλαμβάνει 1460 χρόνια του κύκλου του Σείριου[3], η εμφάνισή του οποίου γίνεται κάθε 70 ημέρες. Επειδή όμως δεν είχαν δίσεκτο έτος κάθε 4 χρόνια εμφανιζόταν διαφορετική μέρα (από ένα σημείο και μετά το ημερολόγιο πήγαινε πίσω σε σύγκριση με το σημερινό). Οπότε κάθε 1460 η εμφάνιση του Σείριου ήταν τη σωστή ημέρα.
Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ήξεραν ότι το έτος[4] ολοκληρωνόταν κάθε 365 ημέρες και δεν έκαναν καμία προσαρμογή για το πρόσθετο ¼ της ημέρας που περίσσευε σε κάθε έτος, όπως κάνουμε σήμερα με το δίσεκτο έτος κάθε τέσσερα χρόνια[5]. Ως εκ τούτου το αστικό και αστρονομικό ημερολόγιο κινούνταν βαθμιαία από την αφετηρία. Οπότε μετά από 120 χρόνια τελείωνε έναν μήνα νωρίτερα, ενώ μετά από 730 χρόνια 6 μήνες πιο μπροστά, με αποτέλεσμα οι θερινοί μήνες να είναι στον χειμώνα και αντίστροφα[6].
Τελικά, κάθε 1460 έτη, τα δύο ημερολόγια συγχρονίζονταν και συνέχιζαν μαζί, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα και συνέπιπτε με την άνοδο των νερών του Νείλου κατά τον Ιούλιο (περίοδος Νέου Έτους), έως ότου άλλαζαν και πάλι μέχρι τον επόμενο κύκλο 1460 χρόνων[7].
Η απόλυτη χρονολόγηση του Μέσου Βασιλείου και ως εκ τούτου οι πρώιμες περίοδοι εξαρτώνται κατά ένα μεγάλο μέρος από τον κύκλο του Σείριου και τις σεληνιακές παρατηρήσεις, ενώ τα γραπτά αρχεία διαδραματίζουν έναν σημαντικό ρόλο για την εξακρίβωση των περιόδων[8].
Ωστόσο, προκύπτουν μερικά προβλήματα:
1.    Η σπανιότητα τέτοιων ημερομηνιών στα σωζόμενα κείμενα, όπου στο σύνολο είναι επτά[9]. Τρία παραδείγματα είναι κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σεσώστρη III[10] (τη 16η ημέρα του 4ου μήνα της 2ης εποχής του Έτους 7[11]) και το άλλο τη XVIII Δυναστείας[12] κατά το Έτος 9 του :enaΑμενόφη Ι της (1551-1524 Π.Χ.). Επίσης, κατά τον 3ο αιώνα μ.Χ., ο γραμματέας Censorinus[13] καταγράφει ότι το 139 μ.Χ.[14] η πρώτη ημέρα του αιγυπτιακού αστικού έτους και η ανατολή του Σείριου συνέπεσαν[15]. Αυτό το φαινόμενο επιβεβαιώνεται επίσης από την κοπή εκατομμυρίων τετράδραχμων που εκδόθηκαν στην Αλεξάνδρεια με την όρθια φιγούρα ενός φοίνικα και τη λέξη ΑΙΟΝ. Χρονολογείται επίσης από τους χαρακτήρες Ι.Β. στο Έτος 2 της βασιλείας του αυτοκράτορα Antoninus Pius, που ήταν γύρω στις 29 Αυγούστου 138 και 28 Αυγούστου 139 μ.Χ..
2.    Η σημαντικότερη μεταβλητή για τους αστρονομικούς υπολογισμούς είναι σε πιο σημείο της Αιγύπτου πραγματοποιήθηκαν οι παρατηρήσεις[16] (arcus visionis).
3.    Προς τα νότια κατά 1ο γ.π. ο Σείριος εμφανίζεται μια μέρα νωρίτερα[17]. Από την άποψη της απόλυτης χρονολόγησης αυτό σημαίνει μια μείωση από τα τέσσερα έτη ανά ημέρα και ανά βαθμό γεωγραφικού πλάτους. Λόγω αυτού οι Αιγυπτιολόγοι προτείνουν τρεις πιθανές θέσεις παρατήρησης της ανατολής του Σείριου, στη Μέμφιδα[18] (οι παρατηρήσεις της XII Δυναστείας, μπορεί να γίνονταν σε μια περιοχή κοντά στη Μέμφιδα, στην πρωτεύουσα Ithet-Tawy), όπου το σημείο παρατήρησης είναι στις 29.9ο ή στην Ηλιούπολη, στις Θήβες (κατά τη βασιλεία του Αμενόφη Ι) με σημείο παρατήρησης 30.1ο και στην Ελεφαντίνη με 10.48ο. Έτσι, η υπόθεση της Μέμφιδας για την πρώτη μέρα του Σείριου και η Θηβαϊκή υπόθεση για τη δεύτερη ημέρα του Σείριου βγάζουν νόημα[19].
4.    Δεδομένου ότι υπάρχουν περίπου έξι βαθμοί γεωγραφικού πλάτους μεταξύ της Μέμφιδας, της Ηλιούπολης και Ελεφαντίνης¶, , αυτές οι τρεις θέσεις καθιερώνουν τρεις πιθανές χρονολογίες, μια υψηλή χρονολογία (βασισμένη στις παρατηρήσεις της Μέμφιδας και της Ηλιούπολης), μια μέση και χαμηλή χρονολογία (βασισμένη στις παρατηρήσεις από τις Θήβες) και μια υπερβολικά χαμηλή χρονολογία (βασισμένη στις παρατηρήσεις από την Ελεφαντίνη).
¶¶Το arcus visionis[20] είναι η γωνία μεταξύ του Σείριου και του ήλιου όταν αρχικά παρατηρείται το αστέρι και το σημείο της παρατήρησης δεν είναι ο ορίζοντας. Σύγχρονοι υπολογισμοί ¶δείχνουνδείχνουν ότι η γωνία είναι 7,5ο, με τον Σείριο 2 βαθμούς επάνω από τον ορίζοντα και τον ήλιο 5,5ο κάτω από αυτόν. Ο χρόνος της παρατήρησης προκάλεσε τις παραλλαγές σ’ αυτήν τη γωνία και ως εκ τούτου τις παραλλαγές στα χρονολογικά συμπεράσματα που προέρχονται από την υπόθεση της 7,5ο γωνίας, γιατί δεν μπορούμε να ξέρουμε την ακριβή μοίρα της αρχαίας παρατήρησης[21].
3.    Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι μέσα στο χρόνο υπολογισμού εμπλέκονται και τα tetraeteris, δηλαδή η τετραετής φάση κατά τη διάρκεια της οποίας παρατηρήθηκε η ανατολή την ίδια ημέρα του έτους. ¶¶Κάθε τέσσερα έτη η φάση κινείται μια ημέρα προς τα πίσω και αυτό δεν είναι εύκολο να καθοριστεί σε πιο από τα τέσσερα χρόνια τωνt tetraeteris λαμβάνεται υπόψη η εκάστοτε παρατήρηση (εκτός αν μπορεί να καθοριστεί με ακρίβεια η σεληνιακή μέρα[22]).


[1] Η θεωρία του Σείριου δεν μπορεί να καθορίσει πλήρως τον κατάλληλο συγχρονισμό για όλη την αρχαιότητα, ειδικά να θεωρηθεί ότι οι χρονολογίες των άλλων λαών σχετίζονται με την Αίγυπτο (Mackey Damien F., (2003), «Fall of the Sothic Theory: Egyptian chronology revisited», Journal of Creation, Vol. 17, Issue 3, p. 71, Creation Ministries International, Australia). 
[2] Bard, (1999), «Encyclopedia of the Archaeology of Ancient Egypt», p. 272. 

[3] Depuydt, (1997), «Civil calendar and lunar calendar in ancient Egypt», p. 17. 
[4] Στην αρχαία Αίγυπτο το έτος είχε 3 εποχές και όχι 4. Αυτές ήταν η πλημμύρα, η σπορά και η συγκομιδή. 
[5] Αν και θα μπορούσαν να έχουν διορθώσει με την προσθήκη μιας ακόμη παρεμβαλλόμενης ημέρας. 
[6] Kitchen, K. A., (1991), «The chronology of ancient Egypt», p. 205, World Archaeology, Vol. 23 No.2 Chronologies, Routledge. 
[7] Clayton P. A., (1994), «Chronicles of the Pharaohs: The Reign-By-Reign Record of the Rulers and Dynasties of Ancient Egypt», p. 13, Thames & Hudson, London.

[8] Γενικά γίνεται αποδεκτό ότι η αιγυπτιακή χρονολογία (Clayton, (1994), p. 13) είναι σε μια σταθερή θέση από το 664 π.Χ., με την αρχή της XXVI Δυναστείας (Σαϊτική Περίοδος) στη βασιλεία του Ψαμμήτιχου I. Με τις εξωτερικές συνδέσεις της χρονολογίας των ιστορικών μεσογειακών πολιτισμών η χρονολογία γίνεται πιο σταθερή, με τις ελληνικές και ρωμαϊκές περιόδους. Μετακινούμενοι προς τα πίσω η XXII Δυναστεία ξεκινάει μεταξύ του 947 με 940 π.Χ., με μικρή απόκλιση, η XIX Δυναστεία μεταξύ του 1320 με 1295 π.Χ., με σφάλμα μισού αιώνα και η XVIII το 1570 με 1540 π.Χ, με την ίδια απόκλιση (Kitchen, (1991), p. 205). Με την έναρξη της XII Δυναστείας υπάρχει σοβαρή απόκλιση. Οι χρονολογίες αλλάζουν από το 1994 σε 1938 π.Χ. Αυτό το πολύ μεγαλύτερο σφάλμα προκύπτει από τις πολύ διαφορετικές ερμηνείες των αστρονομικών στοιχείων, ειδικότερα, η θέση του υποτιθέμενου σημείου παρατήρησης της ανατολής του Σείριου. Αυτό το σφάλμα των 16 δεκαετιών παραμένει, αλλά και στο Παλαιό Βασίλειο το περιθώριο για λάθος παραμένει, αλλά μειώνεται κατά τις πρώιμες Δυναστείες (Bard, (1999), p.273). 
[9] Parker R. A. (1977), «The Sothic Dating of Twelfth and Eighteenth Dynasties», p. 177 από «Studies in Honor of George R. Hughes», Studies in Ancient Oriental Civilization (SAOC) 39, The Oriental Institute, Chicago Univesity Press, Chicago. 
[10] Kitchen, (1991), p. 205. 
[11] Bard, (1999), p. 272 
[12] O’ Mara F. Patric, (2003) «Censorinus, The Sothic Cycle, and Calendar Year One in Ancient Egypt: The Epistemological Problem», Journal of Near Eastern Studies, Vol 62, No 1, p. 17-26, The University of Chicago Press, Chicago. 
[13] Clayton, (1004), p. 13. 
[14] Parker, (1977), p. 182. 
[15] Wiener H. Malkolm, (2007), «Times Change: The Current State of the Debate in Old World Chronology», p. 25, από Bietak M. Manfred and Czeny Ernst, «The Synchronisation of Civilisations in the Eastern Mediterranean in the Second Millennium B.C.», Verlag der Österreichische Akademie der Wissenschaften, Wien, Austria. 
[16] Kitchen, (1991), p. 205. 
[17] Parker R. A. (1950), «The Caledars of Ancient Egypt» p. 7, SAOC 26, The Oriental Institute, Chicago Univesity Press, Chicago. 
[18] Hasel M. G., (2004), «Recent Develpments in Near Eastern Chronology and Radiocarbon Dating», No. 56, p. 13, Institute of Archaeology, Southern Adventist University. 
[19] Kitchen, (1991), p. 205 
[20] Hasel., (2004), p. 13. 
[21] Bard, (1999), p. 272 
[22] Kitchen, (1991), p. 205.

Αυτοκίνητα: Past, Present and Future

1895 Spahr 
1899 Alldays Traveller
1900 Humber
1920 Crossley Car
1915 Model T Ford
1930 Cadillac Sixteen Convertible
1930 Stutz Black Hawk Roadster

1940 Ford
1950 Mercury Coupe-Maroon
1950 Edsel Corsair 
1963 Chevrolet Corvair Testudo
1964 OldsmobileF-85 DeLuxe
1966 Shelby Cobra 427 S/C
1970 Buick ‘GSX’ Stage 1
1970 Jaguar E-type
1980 MG MGB 
1980 Ferrari 308GTSi (Magnum P.I Car)
1990 BMW 325I Converible Turbo.
1990 Ferrari F40
2000 Lexus Gs 300
2000 Lincoln Navigator, Sport Utility Vehicle Truck
2008 Alfa Romeo Mito
2010 Chevrolet Corvette Grand Sport
2010 Zenvo ST1
2012 Lamborghini Aventador LP700-4

Acura
Air Cars
City car 
Flying car
Hybrid car
Hydrogen car
Nuclear car
Solar car
Future Supercar
Future Supercar
Future Audi
Taxi Car
Future Pegeout
M-112
Zero-emission car powered by electricity harvests wind energy

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

Η Τρίτη Ενδιάμεση Περιόδος

Η Τρίτη Ενδιάμεση Περίοδος είναι το 1075 π. Χ. μέχρι 664 π. Χ.. Αυτά τα χρόνια αντιστοιχούν στις δυναστείες 21η – 25η. Είναι στην ουσία μια μεταβατική περίοδο ανάμεσα στο Νέο Βασίλειο και στην Ύστερη Δυναστική Περίοδο. Η Τάνιδα γίνεται η πρωτεύουσα κατά την 21η και 22η Δυναστεία, ενώ η πολιτική των Θηβών στράφηκε στο Καρνάκ την «ιδιοκτησία» του Amun. Με την τρίτη ενδιάμεση περίοδο υπήρξε μια μετατόπιση στον ελέγχου του Δέλτα, η εξουσία κατακερματίζεται και από την 22η Δυναστεία δημιουργείται ξένη γενεαλογική Δυναστεία. Το βασίλειο του Δέλτα είχε γίνει μόνιμη κατοικία για τους Λίβυους και οι βασιλείς της 22ης, 23ης και 24ης Δυναστείας προέρχονταν από αυτούς. Εξαιτίας αυτού οι Αίγυπτος συνέχισε να είναι χωρισμένη και ενώθηκε ξανά την 25η Δυναστεία από τους Kushite τους κυβερνήτες της Άνω Νουβίας.
Η περίοδος αυτή αντιπροσωπεύει μια απόκλιση από την παραδοσιακή φαραωνική εξουσία και τον έλεγχο όλης της χώρας από τους Αιγύπτιους βασιλιάδες, που υπήρχε στη Πρώιμη Δυναστική Περίοδο, στο Παλαιό και στο Νέο  Βασίλειο. Στο Δέλτα, η γραμμή των Ramesses έσβησε και έδωσε τη θέση της στο νέο φαραώ Smendes, που πήρε το θρόνο και αυτοεκλέχτηκε βασιλιάς όλης της Αιγύπτου.  Κυβέρνησε από την Τάνις στο Βορρά, ενώ οι υψηλοί ιερείς του Amun στις Θήβες, ωστόσο ο Smendes αναγνωρίζονταν ακόμα σα βασιλιάς.
Στις Θήβες, οι περισσότεροι ιερείς του Amun κυβέρνησαν την Άνω Αίγυπτο.  Ο Herihor, ο υψηλός ιερέας του Amun, ιδρυτής της θεοκρατικής γραμμής της 21ης Δυναστείας στις Θήβες, απεικόνισε τον εαυτό του ως βασιλίας στο Καρνάκ. Ένας από τους διαδόχους του, ο Pinedjem Ι, θάφτηκε τις βασιλικές τιμές.
Αργότερα, ο Piankh, ανάλαβε τον έλεγχο της Άνω Αιγύπτου και κυβερνούσε από τις Θήβες. Αν και οι κυβερνήτες των Θηβών αναγνώρισαν τους βασιλείς της 21ης Δυναστείας της Τάνιδος η εξουσία διαιρέθηκε μεταξύ της Άνω και της Κάτω, με τους ιερείς στις Θήβες και τους Φαραώ στη Τάνις (ενώθηκε ξανά την 25η Δυναστεία από τους Kushite, τους κυβερνήτες της Άνω Νουβίας). Η βασίλεια τους φαίνεται ότι ήταν χωρίς να έχουν τιμητική διάκριση και αντικαταστάθηκαν χωρίς καμία προφανή προσπάθεια από τους λιβυκούς βασιλιάδες της 22ης Δυναστείας (Βουβάστη).
Η Αίγυπτος δεν είχε πλέον τον έλεγχο της αυτοκρατορία στη νοτιοδυτική Ασία και στη Νουβία. Ο Rameses III πολέμησε με επιτυχία τις Λίβυες δυνάμεις, αλλά από τις επιθέσεις αυτές αρκετοί Λύβιοι μετοίκησαν στην Αίγυπτο, σα μισθοφόροι κ. α.. Έτσι, με το τέλος του Νέου Βασιλείου υπήρχαν πολλοί Λίβυοι στην Αίγυπτο. Ο Osorkon ο Πρεσβύτερος, γιος του αρχηγού των Mashwesh έγινε βασιλιάς περίπου το 984  π. Χ.  και η 21η Δυναστεία τελείωσε με τον ιερέα Psusennes II στην εξουσία. (Ο πρώτος που συνδύασε τους τίτλους του αρχιερέα του Amen και του διοικητή του στρατού της Άνω και της Κάτω Αιγύπτου ήταν ο Herihor, κατά την βασιλεία του Ramesses IX και οικειοποιήθηκε την βασιλικό τίτλο και όνομα).
Ο πρώτος βασιλιάς της νέας δυναστείας, ο Shoshenq Ι, ήταν ένας Λίβυος από τη Mashwesh, ο οποίος υπηρετούσε τον  Psusennes ΙΙ, ως διοικητής των στρατών. Ενοποίησε τη χώρα, έδωσε τον έλεγχο του κλήρου του Amun στον γιο του σαν υψηλό ιερέα του Amun, μια θέση που παλιότερα ήταν ένας κληρονομικός θεσμός. Η πενιχρή και ετερόκλητη φύση των γραπτών αρχείων από αυτήν την περίοδο προτείνει ότι ήταν άστατη.
Αργότερα την 22η Δυναστεία η απόφαση του Φαραώ για τον αρχιερέα του Amun οδήγησε σε αντίδραση και σε εμφύλιο πόλεμο. Κατά την 23η Δυναστεία τα χρόνια ήταν αρκετά ταραγμένα, ενώ στη Σαϊδα και στη Νουβία λίγο μετά ξεκινάει η 24η και 25η Δυναστεία. Αυτές οι τέσσερις Δυναστείες είχαν πολύ δύναμη αλλά ήταν ωστόσο σε πόλεμο.
Φαίνεται ότι υπήρχαν πολλές ομάδες, οι οποίες οδήγησαν τελικά στη δημιουργία της 23ης Δυναστείας, η οποία έδρασε ταυτόχρονα σχεδόν με το τελευταίο μέρος της 22ης Δυναστείας. Μετά από την άρση της Αιγύπτου από τη Νουβία στο τέλος του Νέου Βασίλειου, μια εγγενής δυναστεία πήρε τον έλεγχο της Νουβίας. Κάτω από το βασιλιά Piye, ο ιδρυτής της Νουβίας της 25ης Δυναστείας, ώθησε τους Νούβιους στο Βορρά, σε μια προσπάθεια να συντριφθούν οι λιβυκοί αντίπαλοί του, που κυβερνούν στο Δέλτα. Κατόρθωσε να κερδίσει δύναμη μέχρι τη Μέμφιδα. Ο αντίπαλος του, ο Tefnakhte παραδόθηκε σε αυτόν, αλλά παρέμεινε στην εξουσία της Κάτω Αίγυπτου και ίδρυσε τη 24η Δυναστεία στη Σαΐδα. 
Η χώρα επανασυνδέθηκε από την 22η Δυναστεία που ιδρύθηκε από τον Shoshenq I το 945 π. Χ. (ή 943 π. Χ.), που καταγόταν από Meshwesh μετανάστες, της αρχαίας Λιβύης και έφερε σταθερότητα στη χώρα για έναν αιώνα. Αφότου βασίλεψε ο Osorkon ΙΙ η χώρα χωρίστηκε πάλι σε δύο κράτη με τον Shoshenq ΙΙΙ της 22ης Δυναστείας να ελέγχει την Κάτω Αίγυπτο από το 818 π. Χ. και ο Takeloth ΙΙ, ο γιος του (ο μελλοντικός Osorkon III) κυβέρνησε τη Μέση και Άνω Αίγυπτο.
Το βασίλειο της Νουβίας στο Νότο εκμεταλλεύθηκε πλήρως αυτή τη διαίρεση και την πολιτική αστάθεια. Ο Piye ξεκίνησε μια εκστρατεία από τη Νουβία και νίκησε τους διάφορους εγγενείς-αιγύπτιους κυβερνήτες, όπως τον Peftjauneith, τον Osorkon IV της Τάνιδος και τον Tefnakhte της Σαΐδας. O Piye εγκαθίδρυσε την 25η Δυναστεία της Νουβίας και διόρισε τους νικημένους κυβερνήτες να είναι οι επαρχιακοί κυβερνήτες του. Τον διαδέχτηκε πρώτος ο αδελφός του, ο Shabaka και έπειτα ο Taharqa.
Το διεθνές γόητρο της Αιγύπτου μειώθηκε αρκετά. Οι διεθνείς σύμμαχοι της χώρας είχαν πέσει κάτω από τη σφαίρα της επιρροής της Ασσυρίας και από περίπου το 700 π. Χ. υpήρχε η ανησυχία για την έναρξη πολέμου ανάμεσα στα δυο κράτη. Η βασιλεία του Taharqa και του διαδόχου του, Tanutamun, δημιούργησε μια σταθερή σύγκρουση με τους Ασσύριους αντιπάλους, οι οποίοι είχαν μεν πολυάριθμες νίκες, αλλά τελικά οι Θήβες είχαν καταλυθεί και η Μέμφιδα καταστράφηκε.
Περίπου το 712 π. Χ. BCE, ο βασιλιάς Neferkare, της 25ης Δυναστείας ανακατέλαβε όλη την Αίγυπτο, τελειώνοντας την βασιλεία του Osorkon IV (22η Δυναστεία) καθώς επίσης και οποιοσδήποτε άλλης. Σημάδια επανένωσης όρχησαν να φαίνονται στην αρχή της Ύστερης Περιόδου. Στο υπόλοιπο της 25ης Δυναστείας έχουμε Νούβιους φαραώ, οι οποίοι διατήρησαν ως πρωτεύουσα την Μέμφιδα και διοικώντας εκεί ένωσαν τα βασίλεια της Αιγύπτου και της Νουβίας, με μόνο εχθρό από εδώ και πέρα το Βασίλειο της Ασσυρίας.
 Οι Ασσυριακές επιθέσεις τράβηξαν τους Νούβιους από την Αίγυπτο και οι βασιλιάδες της Ασσυρίας ήταν έτοιμοι να προάγουν το αξίωμα του Necho I, του κυβερνήτη της Σαΐδας, για το βασιλικό πλοίο, εγκαινιάζοντας έτσι την 26η Δυναστεία και την έναρξη της Ύστερης Περιόδου (664 π. Χ. - 31 π. Χ.).
___________________
·      Lloyd, “The Late Period (664 – 332 BC),” του B.G. Trigger et. Al. (eds.), Ancient Egypr: a social History (Cambridge, 19949), 237 – 70.

Η Λατρεία του RE

 
 




Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Ταφική Αρχιτεκτονική της Ενδέκατης Δυναστείας (2134-1991 π.Χ.)

Ενδέκατη Δυναστεία
Παρά το γεγονός ότι υπάρχει μια σημαντική παράδοση ταφικής αρχιτεκτονικής, περίπου χιλίων χρόνων η κατασκευή των πυραμίδων φαίνεται να εξαφανίζεται κατά τη διάρκεια του Μέσου βασιλείου και έπειτα. Η αρχιτεκτονική εστιάζεται στην ανάπτυξη τάφων και ταφικών αιθουσών, με συχνή χρήση πλέον των ταφικών ναών και τον υπόγειων τάφων. Οι ταφικοί ναοί χρησίμευσαν σαν τόπος ταφής και λατρείας του Φαραώ (ναοί μέσα σε αυτούς αφιερώνονταν σε θεούς) και οφείλουν την ύπαρξή τους στα ταφικά πυραμιδικά συγκροτήματα. 
Τα λίγα λείψανα της φαραωνικής αρχιτεκτονικής του Μέσου Βασιλείου παρέχουν μια ανεπαρκή ιδέα της μεγάλης δύναμης και της αυστηρής απλότητας, που χαρακτηρίζουν τη τέχνη αυτής της περιόδου. Η αρχιτεκτονική των βασιλικών συγκροτημάτων παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες[1] μεταξύ τους, όπως η ταφική θέση, ο ξεχωριστός ταφικός ναός και οι οικισμοί που αναπτύχθηκαν γύρω από τα συγκροτήματα, παρατηρούνται σε πολλές περιοχές όπως στο Lahun, el-Lisht και Dahshur. 
Οι Τάφοι των Intef
Η Δυναστεία XI ξεκινάει με τρεις βασιλείς με το όνομα Intef[2] ή Inyotef, οι οποίοι κυβερνούσαν από τις Θήβες και εναντιώθηκαν προς τους βόρειους βασιλιάδες της Ιεράκων Πόλης. Και οι τρεις αυτοί βασιλείς θάφτηκαν σε μεγάλους τάφους στη el-Tarif και Dra-Abu el-Naga (το παλιότερο κομμάτι της Θηβαϊκής Νεκρόπολης), περιοχές βόρεια της δυτικής όχθης των Θηβών[3] (Εικ.1-2), κοντά στο δρόμο οπού ξεκινούσε αργότερα η Κοιλάδα των Βασιλέων. Εξαιτίας της σειράς των στυλοβατών που ήταν κατά μήκος των προσόψεών τους, οι οποίοι είχαν λανθασμένα θεωρηθεί ως είσοδοι και ήταν ευθυγραμμισμένοι με τη ταφική αίθουσα[4], ονομάστηκαν saff (= αραβική λέξη για τη σειρά) τάφοι[5]. Τα τοπικά ονόματα των τάφων είναι Saff el-Dawaba[6], Saff el-Kisasija and Saff el-Baqar, δηλαδή του Intef I Sehertawi, του Intef II Wahankh και του Intef II Nakhtnebtepnefer αντίστοιχα. Οι τάφοι των Intef I και Intef III βρίσκονται στην Dra-Abu el-Naga, ενώ του Intef III στην el-Tarif[7]. Οι αυλές των τάφων είναι 65-80 μ. πλατιές και 100-300μ 


μακριές, δημιουργώντας ένα τραπεζοειδές σχήμα. Οι αυλές αυτές κόπηκαν στην κεκλιμένη έρημο για να επιτευχθεί το ικανοποιητικό βάθος για την πρόσοψη[8] (5 μ.). 
Αν εξαιρέσουμε τον τάφο του Intef II Wahankh[9] (Εικ. 3), όπου τα υπολείμματα ενός παρεκκλησιού, που μοιάζει σαν μια πλίθινη δομή και ενός τοίχου που βρέθηκαν το ανατολικό τέλος, το μπροστινό μέρος αυτών των αυλών φαίνεται να παραμένει ανοικτό[10]. Δύο σειρές 20-24 στυλοβατών κόπηκαν από το σκληρό βράχο κατά μήκος του πίσω άκρου των αυλών, για να διαμορφώσουν την πραγματική πρόσοψη των τάφων. Πίσω από τους στυλοβάτες στο κέντρο του πίσω τοίχου, ένας κοντός και στενός διάδρομος οδηγεί ¶διάδρομοςοδηγεί στη βασιλική αίθουσα, με δύο στυλοβάτες που υποστηρίζουν την οροφή. Από την αίθουσα αυτή, είτε μια κεκλιμένη δίοδος, είτε ένας κάθετος άξονας οδηγεί στην ταφική αίθουσα[11], όπου θάφτηκε ο βασιλιάς σε μια πέτρινη σαρκοφάγο. Περισσότεροι διάδρομοι και αίθουσες (χρησίμευσαν ως τάφοι) παρόμοιου σχεδίου αλλά μικρότερα, ήταν για τα μέλη της βασιλικής ο¶οικογένειας και για τους αυλικούς και βρίσκονται στον πίσω τοίχο από κάθε πλευρά των βασιλικών αιθουσών.
Με εξαίρεση τις μικρές επιτύμβιες στήλες, οι στενοί διάδρομοι και οι αίθουσες των saff τάφων παρέμειναν ακόσμητοι, αλλά οι τοίχοι φαίνονται επικονιασμένοι. Ωστόσο, από τον τάφο του Intef ΙΙ διασώζεται επιγραφές[12], που μαρτυρούν τις εδαφικές διαφωνίες του με τη δυναστεία της Ιεράκων Πόλης, την καθιέρωση των συνόρων του μακριά στο βορρά, ως τη 10η Περιοχή (Ανταλεόπολης), την κατάληψη της 8ης Περιοχής[13] και της Αβύδου[14]. Πιο περίτεχνος είναι ο τάφος Intef III Nakhtnebtepnefer, όπου το πάτωμα του κεντρικού διαδρόμου καλύφθηκε με πλάκες ψαμμίτη και οι τοίχοι με ασβεστόλιθο.
Ένας πάπυρος που ονομάζεται «ληστεία τάφου», χρονολογείται κατά τη βασιλεία του Ramesses ΙΧ και αναφέρει ότι ένας έλεγχος στον τάφο του Intef ΙΙ Wahankh βρήκε τη ταφή άθικτη και σημειώνει επιπλέον ότι υπήρχε μια επιτύμβια στήλη μπροστά από τον τάφο, στην οποία ο βασιλιάς παρουσιάστηκε με το αγαπημένο του κυνηγετικό σκυλί, ο Behka. Το 1860 η Auguste Mariette βρήκε το χαμηλό μέρος της σπασμένης στήλης[15], αλλά τα σκυλιά ήταν πέντε αντί ένα.





[1] Bard K. A., (1999), «Encyclopedia of the Archaeology of Ancient Egypt», p. 118,.Routledge, New York.Bard.
[2] Clayton P. A., (1994), «Chronicles of the Pharaos: The Reign-By-Reign Record of the Rulers and Dynasties of Ancient Egypt», p. 72, Thames & Hudson, London.
[3] Baines John and Malek Jaromir, (2000), «Cultural Atlas of Ancient Egypt», p. 99, Facts On File, Inc, New York.
[4] Bard, (1999), p. 1011.
[5] Ο τύπος αυτός αναπτύχθηκε κατά τη Πρώτη Ενδιάμεση Περίοδο και περιορίζεται στην περιοχή el-Tarif, στις Θήβες, σε ένα εκτενές νεκροταφείο, που επεκτείνεται βορειοδυτικά του ταφικού ναού του Seti I και ακριβώς απέναντι από το ναό του Καρνάκ στη Δυτική Όχθη του Νείλου.
Το νεκροταφείο καλύπτει μια περιοχή περίπου 1.2 χιλιομέτρων και περιλαμβάνει περίπου 300-400 saff τάφους.
[6] Bunson M. R., (2002), «Encyclopedia of Ancient Egypt», p. 181, Facts on Files, Inc, New York.
[7] Bunson, (2002), p. 181.
[8] Lehner Mark, (1997), «The Complete Pyramids: Solving the Ancient Mysteries», p. 165, Thames and Hudson, London.
[9] Bard, (1999), p. 1011.
[10] Baines and Malek, (2000), p. 99.
[11] Lehner, (1997), p. 165.
[12] Clayton, (1994), p. 73.
[13] Mertz, Barbara, (1964), «Temples, Tombs and Hieroglyphs: A Popular History of Ancient Egypt», p. 102, HarperCollins Publishers Ltd, New York.
[14] Ο διάδοχός του, ο Intef ΙΙΙ ώθησε τα σύνορα πιο μακριά στα βόρεια, σχεδόν ως τη Asyut. Σε αυτά τα σύνορα ο Mentuhotep Ι (ή ο Mentuhotep II) πάλεψε για τον έλεγχο ολόκληρης της χώρας.
[15] Mertz, (1964), p. 102.